Σεξουαλικές διαταραχές και σεξουαλική δυσφορία στις γυναίκες


Εκτιμάται ότι το 40% με 45% των ενήλικων γυναικών έχουν τουλάχιστον ένα τύπο σεξουαλικής δυσλειτουργίας αλλά δεν αισθάνονται όλες δυσφορία σχετικά με αυτή. Η επιστημονική βιβλιογραφία έχει δείξει ότι τα σεξουαλικά προβλήματα και η σεξουαλική δυσφορία δεν έχουν τους ιδίους προγνωστικούς παράγοντες. Υπάρχουν μάλιστα μελέτες που έχουν διαχωρίσει τη γενική δυσφορία που σχετίζεται με τη σεξουαλικότητα γενικά από τη σεξουαλική δυσφορία που προκαλείται από ένα συγκεκριμένο σεξουαλικό πρόβλημα όπως είναι για παράδειγμα η κολπική ξηρότητα. Άλλος ένα διαχωρισμός αναφέρεται στη δυσφορία που αναφέρεται στο ίδιο το άτομο και στη δυσφορία που αναφέρεται στη διαπροσωπική σχέση με το σεξουαλικό σύντροφο. Μια νέα μελέτη ανέλυσε εάν οι προγνωστικοί παράγοντες της γενικής δυσφορίας στις γυναίκες μπορεί επίσης να προβλέψουν τη σεξουαλική δυσφορία. Οι ερευνητές επίσης προχωρήσαν στη διάκριση τριών τύπων σεξουαλικής δυσφορίας. Της προσωπικής, της αντιλαμβανομένης από το σύντροφο και της διαπροσωπικής.

Στη μελέτη συμμετείχαν 520 γυναίκες που είχαν μόνιμη σχέση και ήταν σεξουαλικά ενεργές το τελευταίο εξάμηνο. Όλες απάντησαν σε ειδικά ερωτηματολόγια που αξιολογούσαν τη σεξουαλική λειτουργία, τη ψυχική τους υγεία, την ικανοποίηση από τη σχέση και την τρέχουσα σεξουαλική επικοινωνία.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα το 56% των γυναικών ανέφεραν προβλήματα στη σεξουαλική τους επιθυμία. Σε αυτή την ομάδα:


• το 27% ανέφερε προσωπική δυσφορία
•το 50% ανέφερε αντιλαμβανόμενη δυσφορία του συντρόφου.
•το 33% ανέφερε διαπροσωπική δυσφορία.
Το 53% των γυναικών ανέφεραν προβλήματα στη διέγερση. Πιο συγκεκριμένα στην ομάδα αυτή :
• 40% ανέφερε προσωπική δυσφορία
•το 44% ανέφερε αντιλαμβανόμενη δυσφορία του συντρόφου.
•το 30% ανέφερε διαπροσωπική δυσφορία.

Τα ευρήματα δείχνουν ποσό σημαντικό είναι να διακρίνεται σε κάθε περίπτωση εάν πρόκειται για γενική δυσφορία αναφορικά με τη σεξουαλικότητα ή για δυσφορία που οφείλεται σε συγκεκριμένο σεξουαλικό πρόβλημα.

Για τις γυναίκες που είχαν πρόβλημα τόσο σε επίπεδο σεξουαλικής επιθυμίας όσο και σε επίπεδο διέγερσης, η μειωμένη ψυχική ευεξία προέβλεψε τη προσωπική δυσφορία ενώ η ικανοποίηση από τη σχέση προέβλεψε την αντιλαμβανομένη δυσφορία του συντρόφου.

Για τις γυναίκες που είχαν μόνο διαταραχή στην επιθυμία, προγνωστικός παράγοντας της διαπροσωπικής δυσφορίας ήταν περισσότερο η μειωμένη ικανοποίηση από τη σχέση και λιγότερο η σεξουαλική επικοινωνία. Για τις γυναίκες που είχαν μόνο διαταραχές στη διέγερση, τα χαμηλότερα επίπεδα ψυχικής υγείας και η μειωμένη ικανοποίηση από τη σχέση προέβλεψαν καλύτερα τη διαπροσωπική δυσφορία.

Οι συγγραφείς της μελέτης επισημαίνουν ότι η επαλήθευση των ευρημάτων θα μπορέσει να δώσει τη δυνατότητα της γενίκευσης τους. Παράλληλα διευκρινίζουν ότι εξαιτίας του σχεδιασμού της μελέτης δεν μπορέσαν να αναδειχτούν αιτιώδεις σχέσεις ανάμεσα στη σεξουαλική ευεξία και τους παράγοντες που σχετίζονται με τη σχέση και τη σεξουαλική δυσφορία. Σημειώνουν επίσης ότι ο δείκτης που χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση της σεξουαλικής δυσφορίας δεν είναι σταθμισμένος.

Τονίζουν ωστόσο ότι τα δεδομένα των γυναικών και των συντρόφων μπορεί να είναι χρήσιμα για μελλοντικές μελέτες. Περεταίρω ερευνά είναι απαραίτητη πριν την εφαρμογή των συμπερασμάτων της παρούσας μελέτης στην κλινική πρακτική, αν και οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι σεξουαλικές διαταραχές και η σεξουαλική δυσφορία θα πρεπει να αντιμετωπίζονται ως δυο διαφορετικές καταστάσεις.

Τέλος η κατανόηση των διαφορετικών τύπων σεξουαλικής δυσφορίας μπορεί να βοηθήσει τους επαγγελματίες υγείας ώστε να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα των κλινικών τους παρεμβάσεων.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Κ. Κωνσταντινίδης, Χειρουργός, Ουρολόγος-Ανδρολόγος, Πρόεδρος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, www.andrologia.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια:

© rss-now 2014-2017. Από το Blogger.